Go Back

Στο υψόμετρο χωρίς οξυγόνο

1520x736_natassa_patiraki
Αφηγητής/τρια

Γιατί κάποιος αποφασίζει να δοκιμάσει τα όριά του στην ορειβασία; Η ιστορία της Νατάσας Πατιράκη, από την καθιστική ζωή της Λάρισας, στην υψηλότερη κορφή της Ευρώπης.

Το περασμένο καλοκαίρι ανέβηκα στο Ελμπρούς, την υψηλότερη κορυφή της Ευρώπης, στον ρωσικό Καύκασο. Όλη η διαδικασία κι η προετοιμασία κράτησε έξι μήνες. Έξι μήνες, για να βρεθώ για μία ώρα στα 5.642 μέτρα. Και να πάθω έγκαυμα χιονιού και μερική τύφλωση για λίγες μέρες μετά. Αλλά άξιζε κάθε κόπο. 

Από μικρή, ήμουν ένα εύσωμο παιδάκι. Οι γονείς μου με πήγαιναν να κάνω αθλητισμό, όμως δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα καλή. Αυτό δεν άλλαξε, τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου είχα παραπάνω κιλά κι έκανα μια σχετικά καθιστική ζωή. Μέχρι πριν πέντε χρόνια. Αποφάσισα μια μέρα να «αλλάξω», να αλλάξω το σώμα μου, να βάλω την κίνηση στη ζωή μου. 

Ξεκίνησα Tai chi κι εκεί γνώρισα έναν κύριο, που ήταν πρόεδρος στον ορειβατικό σύλλογο. Εκείνος με προσκάλεσε να πάω μαζί τους μια μέρα στα βουνά. «Ντρέπομαι, δεν μπορώ να έρθω, καπνίζω, πώς θα έρθω, δε θα έχω ανάσες», του λέω. «Έλα», μου λέει, «δεν πειράζει». Και κάπως έτσι, ξεκίνησε η σχέση με τα βουνά. 

Φυσικά, για κάποιον σαν κι εμένα, δεν ήταν μια εύκολη σχέση. Εννοείται ότι ήθελα να κλαίω, εννοείται ότι ήθελα να πάω στην άκρη να κρυφτώ και να πω: «Φέρτε ένα ελικόπετρο να με πάρει». Και εννοείται όταν γύρισα στο σπίτι μου δεν έβλεπα μπροστά μου από την κούραση. Δεν το έβαλα όμως κάτω. Σιγά-σιγά, πήρα θάρρος και συνέχισα. Στον χρόνο απάνω που ασχολούμουν με την ορειβασία, κατάφερα κι ανέβηκα με μία παρέα από την ορειβατική ομάδα στην υψηλότερη κορυφή του Ολύμπου. Ήταν μια πάρα πολύ όμορφη και πάρα πολύ συγκινητική στιγμή για μένα, καθοριστική.

Την άνοιξη του ‘21 έγινε ένας πολύ ισχυρός σεισμός στη Λάρισα. Κοιμόμασταν για μέρες στα αυτοκίνητα, φοβόμασταν να μπούμε στα σπίτια μας. Ένιωσα πάρα πολύ πιεσμένη. Είπα στον εαυτό μου: «Νατάσα, αυτό που χρειάζεται να κάνεις είναι να ζήσεις, να ζήσεις παραπάνω εμπειρίες». Ετοιμαζόμουν να κάνω μία ανακαίνιση στο μπάνιο μου. «Δεν θα κάνεις την ανακαίνιση, τα πλακάκια εκεί θα είναι». Ήξερα ότι οργανωνόταν μια αποστολή για το Ελμπρούς. Αποφάσισα, λοιπόν, να δώσω τα χρήματα εκεί. 

3 Μαρτίου έγινε ο σεισμός, 10 Μαρτίου ανακοίνωσα: «Θα πάω στην ψηλότερη κορυφή της Ευρώπης».  Όλοι, οι φίλοι μου, οι γονείς μου, γέλασαν. Δεν πίστευαν πως θα συμβεί.

Πρώτο πράγμα, έπρεπε να ελέγξω την υγεία μου.  Έπρεπε να μελετήσω τι θα συμβεί στο σώμα μου από τη στιγμή που ζω στα 67 μέτρα υψόμετρο και θα πάω στα 5.642. Τι έχω να πάθω. Ξεκίνησα προπονήσεις, πάρα πολύ σκληρές. Κάναμε ενδυνάμωση, κάναμε διαλειμματικές, δηλαδή, βοηθούσαμε τα πνευμόνια και την καρδιά να ξεκουράζονται πιο γρήγορα.  Για έξι μήνες, που κράτησε η προετοιμασία, δε θυμάμαι να ξύπνησα ένα πρωί και να μην πονούσαν τα πόδια μου. Ήμουνα τσακισμένη, διαλυμένη, πραγματικά. Ωστόσο καταλάβαινα ότι πονάω γιατί γίνεται δουλειά στο σώμα μου και πραγματικά γινόταν. Ήταν και πολύ εμψυχωτικός ο προπονητής μου, πάρα πολύ εμψυχωτικός.  

Σε τέτοιες καταστάσεις, εξίσου σημαντικό με το σώμα είναι το μυαλό. Πήγα σε ένα φωτογραφείο και τύπωσα πολλές φωτογραφίες της κορυφής. Έβαλα τις εικόνες σε διάφορα σημεία: στο ψυγείο, στην οθόνη του υπολογιστή, στο κινητό μου… Ήθελα να βλέπω το στόχο μου: «Εκεί θα πάω!»

720x720_ilios_vouno
720x720_orivates_plagia

Φτάνει, λοιπόν, η μέρα που περιμένω εδώ και μήνες. Η αποστολή  των είκοσι πέντε ατόμων ξεκίνησε από το από το χωριό Terskol σε υψόμετρο 3.700 μέτρων, σε κάτι καταφύγια που λέγονται barrels. Μοιάζουν, φανταστείτε, με ένα μεγάλο βαρέλι, αναποδογυρισμένο.

“Όταν φτάσαμε εκεί, ήδη είχαν οι περισσότεροι τα συμπτώματα της «νόσου του υψομέτρου».”

Δεν είχαμε ανάσα. Κοβόντουσαν τα πόδια μας. «Τι κορυφή θέλουμε! Εμείς δεν μπορούμε να πάμε από το ένα μέρος στο άλλο στα 3.700, όχι να ανέβουμε στα 5.600», σκεφτόμουν. Εκεί ξεκινήσαμε τη διαδικασία του εγκλιματισμού, για να συνηθίσει ο οργανισμός το λιγότερο οξυγόνο και το περισσότερο κρύο. Στην Ελλάδα είχαμε καύσωνα τότε. Λίγες μέρες πριν ήμουν στους 47 βαθμούς στη Λάρισα και τώρα ήμουν στους -17, ένα σοκ για το σώμα. Ναυτία, ζάλη αϋπνία, δεν μπορείς να κοιμηθείς. Γιατί ο οργανισμός δουλεύει με οξυγόνο κι εκεί, είχαμε πολύ λιγότερο οξυγόνο. Ο οργανισμός  παλεύει να δουλέψει με λιγότερο οξυγόνο και σε αυτή του την πάλη, ουσιαστικά, είναι σαν να κάνει γυμναστική.  Πέφτεις να κοιμηθείς κι η καρδιά νομίζει ότι τρέχεις, που λέει ο λόγος. Δε σε αφήνει να κοιμηθείς. 

Επίσης, κάποιοι είχαμε αίμα στη μύτη, στο στόμα, είχαμε εμετούς, πονοκέφαλο. Μοιάζει με ένα κακό μεθύσι. Έχεις βήχα, δεν μπορείς να καταπιείς καλά κι όλα σου τα όργανα, τα έντερα σου, το στομάχι σου, υπολειτουργούν. Μας μετρούσαν συνεχώς το οξυγόνο και τους παλμούς της καρδιάς. Εάν δεν είναι καλά αυτά τα δύο, δε σου επιτρέπουν να ανέβεις.

Ένα σημαντικό πράγμα στο μεγάλο υψόμετρο είναι το νερό. Επειδή δεν υπάρχει πολλή υγρασία, πρέπει να πίνεις νερό. Εμένα με πείραξε το φαγητό, το οποίο είναι ειδικό για τους ορειβάτες και πάρα πολύ βαρύ και μου έφερε πάρα πολλούς πόνους και στο στομάχι και στον οισοφάγο. Θυμάμαι ότι έπινα νερό και πονούσα. Έσφιγγα, δηλαδή, το στήθος μου με τα χέρια μου από τον πόνο. Πονούσα, απλά επειδή έπινα νερό. 

Μείναμε αρκετές μέρες εκεί, γιατί επί δέκα μέρες ήταν το βουνό «κλειστό». Δηλαδή, δεν έβλεπες, δεν είχε ορατότητα, χιόνιζε. Μια μέρα, γυρνώντας προς το καταφύγιο, εμένα μου γυρίζει το γόνατο. Ήτανε η χειρότερή μου στιγμή, γιατί ήταν πολύ κοντά στη μέρα της κορυφής. Πηγαίνω, ξαπλώνω, βάζω κατευθείαν σακούλες με χιόνι. Πονούσα πάρα πολύ, όμως δεν το είπα σε κανέναν. Γιατί δε θα με άφηναν μετά να ανέβω στην κορυφή. Εκεί σταμάτησα την επικοινωνία με τους δικούς μου ανθρώπους. Θα έβαζα τα κλάματα: «Είναι τόσο δύσκολα τα πράγματα εδώ!» Και δεν ήθελα να το πω σε κανέναν. Ούτε στον εαυτό μου. Δεν είπα ποτέ δυνατά ότι: «Δυσκολεύομαι». 

Ήρθε η μέρα που ο καιρός θα ήταν κατάλληλος για να ανέβουμε στην κορυφή. Ο Ρώσος οδηγός ήταν μία φιγούρα φτιαγμένη πραγματικά για ρόλο ορειβάτη σε ταινία: λεπτός, ψηλός, με κόκκινα μούσια. Είχε ανέβει στο Ελμπρούς ήδη εκατόν εξήντα φορές. Μας μίλησε στα αγγλικά: «Πρέπει να προσέξετε το βράδυ τι φοράω, να ξέρετε το βράδυ πώς είμαι για να με αναγνωρίζετε και να έρχεστε από πίσω μου». Στα πολύ ψηλά βουνά οι αναβάσεις γίνονται νύχτα, γιατί το μεσημέρι κλείνει ο καιρός. Οπότε εσύ περπατάς όλη τη νύχτα, να φτάσεις πάνω τα ξημερώματα στην κορυφή. Μας είπε ότι θα μας οδηγήσει σιγά-σιγά πάνω. Στην πορεία, καταλάβαμε ότι είχε άλλη έννοια αυτός για το «σιγά-σιγά» κι άλλη  εμείς! Επίσης, μας είπε να φορέσουμε έξι στρώματα ρούχων γιατί είναι «very-very cold». Εμείς ήμασταν προετοιμασμένοι για τρία-τέσσερα το πολύ. Κι όταν ένας Ρώσος που έχει ανέβει εκατόν εξήντα φορές σου λέει «very-very cold…» Φοβηθήκαμε πάρα πολύ.

720x720_orivates_1
fr0336_photo24

Η αρχή της ανάβασης ήταν δύσκολη, το σώμα αρχίζει στα είκοσι λεπτά και μετά να παίρνει φόρα. Περπατάς, περπατάς και περπατάς και δεν ακούγεται «κιχ», το μόνο που ακούγεται είναι ο θόρυβος που κάνουν τα κραμπόν, τα παπούτσια με τα καρφιά, μέσα στο χιόνι. Αισθάνομαι κάποια στιγμή ότι έχει περάσει πάνω από μία ώρα, ενώ Ρώσος μας είχε πει πως ανά μία ώρα θα κάνουμε διάλλειμα. Πάω να φωνάξω «διάλειμμα», “pause” και δεν μπορώ. Και καταλαβαίνω ότι το στόμα μου είναι στραβό. Και δεν μπορώ να καταλάβω εάν έχω κρυώσει ή αν έχω πάθει εγκεφαλικό, γιατί απλά δεν έχω ξαναβρεθεί σε τόσο υψόμετρο! «Θα φανεί», λέω, «όταν κατέβω». Το μόνο που μπορούσα να πω ήταν αυτό. Δε σκέφτηκα ποτέ να γυρίσω πίσω.

Καταλαβαίνω, λοιπόν, ότι ο Ρώσος δεν θα μας σταματήσει ποτέ, ποτέ όμως, θα μας πηγαίνει τρένο. Εκεί έδειξε τη  μεγάλη αξία της η προπόνηση. Και το μόνο που παρακαλούσα ήταν να πάρει να ξημερώσει για να ‘ρθει λίγο ο ήλιος πάνω μας, να ζεσταθούμε. 

Από μακριά, αρχίζω να καταλαβαίνω ότι πλησιάζουμε στο διάσελο. Αισθάνομαι πάρα πολύ ωραία, γιατί το διάσελο είναι από τα πιο όμορφα σημεία κι εκεί, ξέρω ότι θα ξημερώσει. Άρχισε να βγαίνει ο ήλιος. Ήταν  το πιο όμορφο ξημέρωμα που έχω δει στη ζωή μου. Δεν μπορεί να μου πάρει κανένας από τα μάτια και το μυαλό αυτή την πανέμορφη εικόνα και την πανέμορφη ανατολή που είδα. 

Ξεκινάμε, λοιπόν, σχετικά γρήγορα για την κορυφή κι εκεί, αρχίζουν οι μεγάλες δυσκολίες. Δηλαδή, θυμάμαι ότι κάποιες φορές με έπαιρνε το βουνό προς τα πίσω. Ήταν η έλλειψη δύναμης, ήταν η μεγάλη κλίση, ήταν βαρύς ο σάκος μου; Δεν ξέρω. Πάντως, έφευγα κάποιες φορές πίσω. Κάποια στιγμή, πέφτω στα μπατόν να πάρω μία ανάσα. Από πίσω μου είναι  ένα παλικάρι, ο οποίος, ο καημένος, με χτύπησε ελαφρά με το μπατόν στον μηρό πίσω: «Νατάσα, είμαστε εδώ όλοι μαζί, θα τα καταφέρουμε, μη στεναχωριέσαι, μη μασάς!» Μου έδωσε τόσο κουράγιο αυτό το χτύπημα του Τζέρι! Έφυγα σφαίρα! 

Φτάσαμε στην κορυφή. Εγώ κάθισα μία ώρα. Κάθισα στην κορυφή μία ώρα, άλλοι κατέβηκαν στο πεντάλεπτο. Φωτογραφίες, ελληνικές σημαίες, χαμός…

Ξεκινήσαμε να κατέβουμε. Περπατάμε, αρχίζω να νιώθω αδύναμη, χάλια, ανά πέντε λεπτά να θέλω στάση. Δεν είχα καθόλου δύναμη, καθόλου κουράγιο. Ήθελα απλά να πέσω κάτω και να ξεραθώ. Λέω: «Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν είμαι καλά. Δεν καταλαβαίνω τι χρειάζομαι. Θέλω νερό, θέλω φαΐ; Είμαι σαν μωρό παιδί που δεν ξέρει τι του φταίει, να μου το δώσω να ησυχάσω ρε παιδί μου!» Με τα πολλά, κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά με τα μάτια μου. Είχα αρχίσει να χάνω την όραση μου, γιατί είχα ξεχάσει να βγάλω τη μάσκα μου. 

Σιγά, σιγά, πολύ σιγά φτάσαμε κάτω. Δεν ήθελα ούτε να φάω, ούτε τίποτα. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να πάω να ξαπλώσω και να κοιμηθώ. Και θυμάμαι ότι ξύπνησα το βράδυ να πάω να φάω, δεν έβλεπα καλά κι έκανα μία selfie. Ήμουν  τούμπανο, ήμουν πάρα πολύ πρησμένη. Αφού σε όσους έχω δείξει τη φωτογραφία, μου λένε «Ποια είναι εδώ αυτή;» Δεν αναγνωρίζομαι. Προσωρινή τύφλωση λοιπόν, έγκαυμα χιονιού, εξάντληση. Όμως άξιζε κάθε λεπτό. 

Ένιωσα υπέροχα στην κορυφή του Ελμπρούς. Νιώθω υπέροχα όταν ανεβαίνω σε κάθε κορυφή, σε κάθε βουνό. Με εμπνέουν τα βουνά. Με έχουν μάθει και να εκτιμώ τη ζωή και τη φύση, πλέον προσπαθώ ούτε μυρμήγκι να μην πατάω. Δεν ξέρω γιατί κάνουμε ορειβασία. Ένα παλιό ρητό λέει: «Γιατί είναι το βουνό εκεί». 

Ερευνητής/τρια
Αριστείδης Κλειώτης
Επιμέλεια
Γιώργος Πουλιόπουλος
Autoplay
Playing next

Είσαι σίγουρος πως θέλεις να τερματίσεις τον player;

Alt text
Με το που γυάλιζε το μάτι του ήξερα τι θα συμβεί