Go Back

1200 μέτρα κάτω από τη γη

fr251_19_dimitris_mouselimis_orichia_kentriki__1_
Αφηγητής/τρια

Η φτώχεια της μεταπολεμικής Ελλάδας οδηγεί τον Δημήτρη Μουσελίμη στις γαλαρίες των γερμανικών ορυχείων.


Γεννήθηκα το 1927, στην Αγία Κυριακή Σουλίου, που τότε το λέγανε Πόποβο, στην Θεσπρωτία. Υπήρχε πάρα πολύ μεγάλη φτώχεια, τα παιδιά περπατάγαμε ξυπόλυτα πάνω στο χιόνι. Αλλά όλα τα παιδιά ήμασταν υγιέστατα και καταφέραμε να επιζήσουμε. Όταν έγινα 13-14 σταμάτησα το σχολείο και πήγα να φυλάξω πρόβατα, να βγάζω ένα κομμάτι ψωμί. Μετά ενηλικιώθηκα, πήγα στρατιώτης, παντρεύτηκα κι όταν έγινα 32 χρονών έφυγα για τη Γερμανία. 

Είχα δύο παιδιά και την γυναίκα. Τους άφησα εδώ. Από το χωριό φύγαμε πολλοί άνθρωποι, 30 - 40 άτομα. Πήγαμε στην Αθήνα κι εκεί μας είπαν θα πάτε σε ένα μεταλλείο σιδήρου, κοντά στην Στουτγκάρδη, θα δουλεύετε στα 1200 μέτρα κάτω από τη γη. Δεχτήκαμε αν και δεν είχαμε ιδέα από μεταλλεία, θέλαμε όμως τα λεφτά. Συνολικά κάθισα 14 χρόνια στη Γερμανία. Την πρώτη χρονιά στο μεταλλείο, μετά πήγα Κολωνία, μετά στο Πλέτενμπεργκ, μία μικρή πόλη με πολλά εργοστάσια. Δούλεψα κυρίως σε εργοστάσια μετά, είχα καλές δουλειές, έβγαζα καλά χρήματα. 

Τίποτα το όμορφο δεν είδαμε στην αρχή. Το χρήμα, μόνο το χρήμα. Αυτό μας ένοιαζε, το μυαλό μας ήταν εδώ, στην Ελλάδα. Η ζωή εκεί ήταν δύσκολη. Το μόνο που μου άρεσε από την αρχή ήταν η οργάνωση των Γερμανών, οι νόμοι τους, οι άνθρωποι όχι τόσο. Θυμάμαι ακόμα την πρώτη μέρα που πήγα στο μεταλλείο. 

Μία τεράστια στοά εκατοντάδες μέτρα κάτω από τη γη.

Μπήκαμε στα βαγόνια, κατεβήκαμε και μας έδειξαν οι Γερμανοί τι να κάνουμε. Είχαμε φτυάρι και κασμά. Λέει ο μάστορας: «Aυτή τη δουλειά θα κάνεις, θα σκάβεις τον βράχο με με τα μέταλλα, θα βγάζεις την πέτρα. Μαύρη πέτρα από την οποία έπαιρναν το σίδερο».  

Υπήρχε η κεντρική γαλαρία. Εκεί προχωρούσαν τα βαγονάκια. Εμείς βγάζαμε το μέταλλο και το ρίχναμε στα βαγονάκια. Το τίναζαμε με τα πιστολέτα, ένα μηχάνημα, πάντζα το λέγαμε, μία αλυσίδα σιδερένια που τράβαγε το μέταλλο με 2000 wolt. Φόρτωναν τα βαγονάκια και τα έβγαζαν έξω. Εκεί τα περίμενε ένα μηχάνημα να τα αδειάσει, να τα αναποδογυρίσει. Μετά οι γερανοί τα έριχναν στο σπαστήρι, απομονωνόταν το σίδερο. 

Αυτό ήταν το πόστο μου… Να πάρω το μέταλλο που ήταν τιναγμένο από τις εκρήξεις, τα φουρνέλα, να το ρίξω στην πάντζα. Μετά ερχόταν η άλλη βάρδια, τίναζε και το υπόλοιπο, πήγαινε την πάντζα σιμά για την επόμενη μέρα. Το τρύπαγαν οι Γερμανοί το βουνό, το τίναζαν με φουρνέλα, με μεγάλα πιστολέτα για να μπούμε μετά μέσα κι άλλο. 

Τον όγκο με τις πέτρες που συγκεντρωνόταν απ’ έξω, έπρεπε να τον προσέχουμε κάθε μέρα γιατί υπήρχε κίνδυνος να γίνει κατολίσθηση και να κλείσει η γαλαρία. Κάποια στιγμή σταθεροποιούνταν, αλλά και πάλι μπορεί να έφευγαν πέτρες από εδώ κι από εκεί. Ήταν πολύ σκληρή δουλειά, φοβερή ζέστη και κούραση. Εγώ είχα συνηθίσει κι από τον καθαρό αέρα του βουνού και ίδρωνα πάρα πολύ εκεί πέρα. Αλλά κάθισα, είχαμε υπογράψει συμβόλαιο πως πρέπει να κάτσουμε τουλάχιστον έναν χρόνο. 

Όσο δούλευα στο μεταλλείο είχαν γίνει μικροατυχήματα, όταν έφευγε καμιά πέτρα. Μεγάλο ατύχημα δεν είχαμε, όμως σιγά σιγά μαθαίναμε πως είχαν γίνει. Αλλά τα κρατούσαν μυστικά, δεν τα έλεγαν για να μην πανικοβληθούν οι εργάτες. Στην αρχή μας είχαν δώσει δωμάτια να μένουμε εκεί. Υπήρχε ένας θαλαμάρχης. Να ελέγξει αν υπάρχουν κλεψιές, φασαρίες. Οι φασαρίες γίνονταν ανάμεσα στους Έλληνες. Γιατί δεν είχαν πάει όλοι εκεί για ένα σκοπό. Μπορεί να είχε πάει κάποιος εκεί για να βγάλει λεφτά, να μην το κατάφερνε και μετά το έριχνε στους καβγάδες, στην ασωτία και το φαγοπότι. Υπήρχαν και τέτοιοι.  

Σε γενικές γραμμές και στο μεταλλείο και στα εργοστάσια που δούλεψα μετά, εκτιμούσαν τους Έλληνες. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως από την αρχαία ιστορία, ίσως γιατί ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί. Και ενώ υπήρχαν και σκάρτοι, οι περισσότεροι ήταν εργατικοί και ξύπνιοι. Έπιαναν πουλιά στον αέρα, την μάθαινα γρήγορα τη δουλειά. Πήγαινε ο Έλληνας στο εργοστάσιο και στις 3-4 μέρες του δίνανε να χειριστεί μηχανή. Μία φορά είχα ρωτήσει έναν Γερμανό υπεύθυνο στο εργοστάσιο: «Γιατί δεν παίρνετε Τούρκους;» Μου λέει: «Αυτοί είναι για μεταφορές, για χαμαλίκια, ενώ ο Έλληνας μπορεί να κάτσει και στο πόδι του Γερμανού».

fr251_19_dimitris_mouselimis_orichia_photo1__1_
fr251_19_dimitris_mouselimis_orichia_photo__1_

Η δουλειά ήταν 8ωρο κανονικά αλλά εμείς δουλεύαμε 10 και 12 ώρες για να κονομάμε παραπάνω. Γιατί και σπίτι να πήγαινα τι θα έκανα; Η οικογένεια μου ήταν στην Ελλάδα. Όποιος θέλει να βγάλει λεφτά στη Γερμανία θα τα καταφέρει. Αρκεί να θέλει να δουλέψει, να κάνει ότι λέει ο γερμανικός νόμος, να τον σεβαστεί. Βέβαια υπάρχουν κι εκεί άσωτοι, ανάποδοι, μπεκρήδες. Πώς δεν υπάρχουν; 

Μπορούσες να βγει έξω άμα ήθελες. Αλλά δεν έβγαινες έξω εργάσιμες μέρες, ήσουν κουρασμένος. Θυμάμαι έτρωγα σε μία ιταλική κουζίνα για μια ολόκληρη χρονιά μακαρόνια, μεσημέρι βράδυ. Αλλά τα μαγείρευε καλά ο μάγειρας, ο ζυμαρικός. Πότε σούπα, πότε με σάλτσα, πότε με ρύζι, πότε με κρέας. Εμένα όλα μου άρεσαν.  

Όσο δούλεψα εκεί, δεν έτυχε ποτέ απεργία. Αλλά έπεσα σε μια διαμαρτυρία. Τρώγαμε στην κουζίνα της δουλειάς και πληρώναμε, ας πούμε, δυο φράγκα το μεσημεριανό φαγητό. Ένας εργάτης έπεισε τους άλλους και είπαν -σαν ψωριάρηδες Έλληνες που ήμασταν- να μην πληρώνουμε τίποτα. Και μάζεψαμε και υπογραφές, τόσο μας έκοβε. Εγώ δεν υπέγραψα, είχα και τον αδερφό μου εκεί, δεν υπέγραψε κι αυτός. 

Μας έπιασε το αφεντικό. Λέει: «Πόσοι είστε -λέει-; 52. Έξω -λέει- και οι 52. Η κουζίνα -λέει- είναι 150 χρόνια εδώ, θα την καταργήσετε εσείς -λέει- που ήρθατε στην Αθήνα και σας πήρα και σχίσατε τις χλένες για να περάσετε να έρθετε εδώ και τώρα δεν σας αρέσει το φαΐ;» Τέλος πάντων, εγώ δικαιούμουν να φάω γιατί έπιανα βαρέα και ανθυγεινά. Με έπιασε ο διερμηνέας μου είπε εσύ είσαι λέει σαν το κριάρι που οδηγάς τα πρόβατα. Τελικά, μας την χάρισε, την χάρισε σε όλους. 

Δεν κατάφερα να φέρω την οικογένεια στη Γερμανία. Πήγαιναν και σχολείο τα παιδιά ήταν δύσκολο να έρθουν εκεί. Έστελνα χρήματα κάθε μήνα. Τα λεφτά ήταν λίγα στην αρχή. Μετά στα εργοστάσιο ανέβηκαν τα λεφτά έγινα ειδικευμένος τεχνίτης, ανέβηκε η ζωή μου. Ζούσα  κι εγώ καλά εκεί. Κάθισα 15 χρόνια, έβγαλα χρήματα, έφαγα καλό φαγητό, είδα τον ευρωπαϊκό τρόπο. Τη γερμανική τεχνική που είναι άφθαστη. Έφερα και χρήματα πίσω, έφτιαξα ένα σπίτι. Και σήμερα αν ήταν έτσι τα πράγματα θα ξαναπήγαινα. Γιατί υπήρχε φοβερή φτώχεια τότε στην Ελλάδα. 

Ερευνητής/τρια
Αποστόλου Γιαννούλα
Επιμέλεια
Γιώργος Πουλιόπουλος
Autoplay
Playing next

Είσαι σίγουρος πως θέλεις να τερματίσεις τον player;

Alt text
Με το που γυάλιζε το μάτι του ήξερα τι θα συμβεί