ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΔΑΚΗΣ: Η αιλουροφοβία εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους. Καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν τέτοια φοβία είναι η θέαση μιας γάτας, η σκέψη ότι η ύπαρξη μιας γάτας στον κοντινό σου περίγυρο μπορεί να σου κάνει κακό, η ιδέα της συνάντησης ή συναναστροφής με μια γάτα, φωτογραφίες και βίντεο ή τηλεοπτικές εικόνες που εμπεριέχουν γάτες, ακόμα και η λεκτική αναφορά σε περιστατικό που περιλαμβάνει μια γάτα ή συζήτηση με θέμα τις γάτες. Η ομοφοβία διαφέρει από την αιλουροφοβία μόνο ως προς το πρώτο συνθετικό της λέξης.
Είμαι ο Χρήστος Γεωργουδάκης και ακούτε ένα επεισόδιο της σειράς του istorima, "Outcasts".
ΜΑΡΙΑ-ΕΙΡΗΝΗ ΚΟΥΡΕΛΗ: Είμαι η Μαρία και είμαι καλά! Ζω εδώ, που λες, στο Άμστερνταμ πάνω από 20 χρόνια τώρα και έχω κάνει διάφορες δουλειές από την αρχή που ήρθα. Καφενεία, μπαράκια, εστιατόρια, όπου μπάρα και δίσκος βολευόμουνα! Τώρα όμως, κάνω κάτι τελείως διαφορετικό. Έχω σταματήσει να εξυπηρετώ κόσμο πλέον και ανθρώπους, βαρέθηκα, διότι δεν άξιζε τον κόπο και έχω αρχίσει να φροντίζω γάτες. Ναι, γάτες!
Πίσω στην αρχή. Λοιπόν, εγώ γεννήθηκα στην πανέμορφη Γερμανία. Ναι, οι γονείς φύγανε τα υπέροχα εκείνα χρόνια, όπως έφευγαν όλοι οι Έλληνες, κάπου στη δεκαετία του ’60. Αφού είχανε επιβιώσει δύσκολα χρόνια, φύγανε στη Γερμανία για να βρουν δουλειά, να πετύχουν ένα καλύτερο μέλλον για εμάς, τα παιδιά. Οι ίδιοι οι γονείς μεγάλωσαν σε αντίξοες συνθήκες, βίωσαν κατοχή, πείνα, εξ ου και το μεταπολεμικό σύνδρομο και μαζεύαμε τα πάντα και το σπίτια μας ήτανε σαν παλαιοπωλεία.
Και τέλος πάντων, κάπου σε κάποια στιγμή όταν εγώ ήμουνα γύρω στα 2,5 και είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τον κόσμο και είχα αρχίσει να βαφτίζομαι λίγο στη γερμανική γλώσσα που την άκουγα από τις νταντάδες, ξέρω ‘γω, και τα λοιπά, είπαν οι γονείς μου ότι: «Ξέρεις τι; Βγάλαμε αρκετά τώρα, πάμε να φύγουμε πίσω στην Ελλάδα».
Οπότε επέστρεψαν στην Ελλάδα οι γονείς -2,5-3 χρονών εγώ- και φτάσαμε στο σπίτι που είχαν χτίσει για την οικογένεια στη Θάσο, στο χωριό μας, τα Λιμενάρια. Και θυμάμαι ένα πρωινό-μεσημεριανό… Εγώ περπατούσα, άρα δεν ξέρω πόσο ήμουν. 4; Και μέναμε στο δεύτερο όροφο και άκουγα από το μπαλκόνι γατάκια που νιαουρίζανε. Και με πολύ μεγάλη περιέργεια, χαρά και αγάπη, κατέβηκα και πλησίασα στην αυλή του γειτονικού σπιτιού από όπου ερχότανε οι ήχοι. Και -πώς δεν ξέρω- σκαρφάλωσα την καγκελόπορτα και μπήκα μέσα στην αυλή και από ένα μικρό παράθυρο, κάτι ακουγόταν νιάου- νιάου-νιάου τα γατάκια και πήγαινα από κοντά να κοιτάξω -πιτσιρίκι, έσκυψα κιόλας και ακούω τον καλπασμό της μαμάς γάτας: τουκ-τουκ-τουκ-τουκ και σκάει μύτη γάτα η οποία σου λέει: «Ποια είναι αυτή; Τι είναι αυτό;», μάλλον, γιατί δεν ήμουνα και πάνω από μισό μέτρο άνθρωπος. Και κάνει ένα άλμα από τα τρία σκαλοπάτια και μου ‘ρχεται στα μούτρα η γάτα και με έκανε κορδέλες. Κι εγώ ήμουνα στον πανικό του ότι να προσπαθώ να ξεκολλήσω τη γάτα απ’ τα μούτρα μου και να φωνάζω στα γερμανικά: «Βοήθεια, γάτα, φαΐ, ψωμί, ψάρια!» και εγώ δεν ξέρω τι έλεγα για να ψήσω τη γάτα να φύγει από πάνω μου.
Με τα λίγα και τα πολλά, τη βγάζω τη γάτα από πάνω μου και εντωμεταξύ έχει ακούσει η μαμά και ο μπαμπάς τις τσιρίδες που προφανώς ακούστηκαν σε όλο το χωριό και κατέβηκαν να με μαζέψουν, αλλά εγώ είχα ήδη αρχίσει να νιώθω τα αίματα που τρέχανε. παραλίγο να χάσω μάτι, παραλίγο… Δηλαδή, με έκανε κορδέλες η γάτα. Είναι από τις πρώτες μου αναμνήσεις στην Ελλάδα, γενικώς από τις πρώτες μου αναμνήσεις, τελεία. 45 χρόνια αργότερα, οι ουλές είναι ακόμη εκεί, φαίνονται άμα σου δείξω. Και όλοι πιστεύαν, ρε παιδί μου, ότι από εκείνο το σκηνικό και μετά ότι εγώ θα πάθω γατοφοβία. Έγινε το ακριβώς αντίθετο. Εγώ κοιμόμουν, ξυπνούσα και έλεγα: «Θα ξυπνήσω και θα γίνω το παιδί πάνθηρας ή θα γίνω catwoman» ή δε ξέρω ‘γω τι άλλο περίεργο φανταζόμουν ότι θα γίνω. Παρ’ όλα αυτά, έγινε ένας δεσμός αίματος με αυτά τα ζώα και αν δεν ήταν οι γάτες της γειτονιάς, δεν θα είχα επιβιώσει στα χρόνια της Θάσου, που ήτανε πολύ απελπίστηκα, πιεστικά, καταπιεστικά. Πες μου τι άλλες λέξεις μπορώ να χρησιμοποιήσω; Ό,τι μπορείς να φανταστείς.
Όποτε υπήρξε από την αρχή ένα σημάδι, το οποίο δεν το πήραν πολύ στα σοβαρά. Γιατί σαν παιδάκι έλεγα θα γίνω κτηνίατρος, αλλά ναι, δεν είχε ψάξει κανένας να μου πει ότι: «Ξέρεις τι; Έχεις δυσλεξία και ίσως να έχεις και λίγο ADHD» και δεν ξέρω ‘γω τι άλλο μπορεί να είχα. Οπότε τα σχολεία ήταν δύσκολα. Έβγαλα ένα λύκειο το έβγαλα αξιοπρεπώς, δεν έμεινα ποτέ, αλλά βγήκε με μεγάλη κωλοφαρδία και μια θεϊκή βοήθεια στα μαθηματικό-φυσικο-χημείες, που για κάποιο λόγο τα καταλάβαινα.
Και ναι, δύσκολα τα χρόνια στη Θάσο, γιατί ήμουνα πολύ ελεύθερο πνεύμα. Πάντα ήμουνα με ένα καπέλο, με το ποδήλατο, αργότερα με τη μηχανή. Πάντα μου άρεσε ο αθλητισμός, που μια ομάδα ποδοσφαίρου είχε το χωριό για αγόρια. Πήγα να ρωτήσω, δεν με δεχθήκανε, κι ήμουνα μόνη μου εγώ και μια μπάλα ποδοσφαίρου ή μια μπάλα του μπάσκετ ή ένα μπαλάκι και μια ρακέτα του τένις με τον τοίχο του σινεμά. Οπότε «Me, myself and I», έγινα λίγο αγριόγατα.
ΘΩΜΑΪΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ-ΒΑΜΒΑΚΑ: Το σκεφτόσουν ήδη όμως ότι ήθελες να φύγεις.
ΜΑΡΙΑ: Εγώ ήθελα να φύγω ανέκαθεν, γιατί ήτανε και το όνειρο της μαμάς: «Να φύγεις! Πότε θα φύγεις; Να φύγουμε, να φύγεις, φύγε, τι χάλια που είμαστε εδώ!». Υιοθέτησα, δηλαδή, και τη δική της τη πίκρα. Αλλά και εγώ δεν κολλούσα με τίποτα. Δηλαδή, άμα το νησί δεν είχε φύση και δεν είχε ομορφιά, δηλαδή, natural ομορφιά και δεν είχε και τις γάτες, δεν θα επιβίωνα εκεί. Ή θα είχα πηδήξει από κάνα γκρεμό ή θα είχα καθαρίσει πέντε-έξι μέχρι τώρα. Εμένα μου άρεσαν πράγματα όπως η αστρονομία, μου άρεσαν πράγματα που έχουν να κάνουν ταξίδια, αυτά… Δεν υπήρχαν άτομα που να έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα ή τουλάχιστον δεν τα βρήκα εγώ και δεν με ενδιέφεραν ποτέ τα -να το βάλω σε εισαγωγικά- «τα κοινά». Ποιος πήρε παπούτσια καινούργια, ποιος βγήκε με ποιον, τι έγινε; Όλα αυτά τα πράγματα μου ήταν πολύ πεζά, δηλαδή δεν μπορούσα να ασχοληθώ. Στην πορεία, αρρώστησε κι η μαμά και μετά όταν εγώ έφτασα στην ηλικία των 17 την χάσαμε. Και μου βγήκε πολλή βία, ρε παιδί μου, είχα πολύ θυμό, τον οποίο όμως εγώ δεν τον εξέφρασα σε κανέναν. Πολύς θυμός. Ευτυχώς, κάνοντας αθλητισμό τόσο έντονα, έβγαινε, ρε παιδί μου, κάποια ενέργεια. Και πολλή τέχνη, ζωγραφική, έγραφα, τραγουδούσα, έπαιζα κιθάρα… Έψαχνα να βρω τρόπους να τα βγάλω, αλλά δεν είχα έναν άνθρωπο να μου πει: «Ξέρεις τι; Είναι ok όλα αυτά!»
Λίγο διαφορετικότητα να έχεις, είσαι καμένο χαρτί, outcasts ας πουμε κάπως έτσι. Και λέγοντας και για διαφορετικότητα, κάπου εκεί στα 18, 19,20 και μετά, μέσα σε όλο αυτό το συνονθύλευμα δυσκολιών, ήρθε να μου εξηγήσει κιόλας ότι: «Ξέρεις τι; Ένας ακόμη λόγος που δεν ταιριάζεις με όλο αυτό το στερεοτυπικό, φαλλοκρατικό σύστημα της πατριαρχικής οικογένειας είναι γιατί είσαι gay!». Που η εκκλησία να σε κάψει, ο Θεός θα σε κάψει, ο γείτονας θα σε κάψει, καμένο χαρτί τελείως. Δηλαδή, είχα φτάσει στο σημείο να θεωρώ ότι είμαι εξωγήινος, έπεσα από κάπου.
Τέλος πάντων, τελειώνοντας το Λύκειο και έχοντας αρχίσει ήδη να πίνω αρκετά, σχεδόν σε καθημερινή βάση, για να αποφύγω όλο αυτό το σκηνικό έμμεσα -δεν απέφευγα τίποτα ουσιαστικά, τα έκανα λίγο χειρότερα- έφυγα Θεσσαλονίκη. Ναι, γιατί εγώ ήθελα να ασχοληθώ με animation και σχέδιο για κινούμενο σχέδιο και τα λοιπά, το οποίο δεν υπήρχε στην Ελλάδα τότε ακόμη. Ονειρευόμουνα εγώ Pixar και Disney και δεν συμμαζεύεται, αλλά όλα μείνανε όνειρα θερινής νυκτός. Και το πιο κοντινό που βρήκα ήτανε γραφιστική, που έλεγε κάτι για design, έλεγε κάτι για δημιουργικότητα και ήταν και το μοναδικό πράγμα που βρήκα σε μια εφημερίδα, κυριολεκτικά, δηλαδή στις μικρές αγγελίες το είδα.
Και φεύγοντας από Θάσο σιγά σιγά άρχισα να κάνω φίλους, να ανοίγω λίγο λίγο… Βέβαια, δεν έκανα τίποτα πάνω στη σεξουαλικότητα μου, ήταν όλα ταμπού, όλα αυτά. Απλά άρχισα να γνωρίζω πράγματα έτσι.
ΘΩΜΑΪΣ: Δηλαδή, μέχρι τότε δεν υπήρχε κάποια έλξη, δεν το συνειδητοποιούσες μάλλον;
ΜΑΡΙΑ: Δεν ήξερα τι γινόταν, και επειδή δεν είχα και επαφές με ανθρώπους δεν είχα και κάποιο… Πώς το λένε; Δεν υπήρχε Ίντερνετ να ασχοληθώ, δεν υπήρχε τίποτα, πληροφορία από πουθενά. Δηλαδή, υπήρχαν μόνο τα αρνητικά. Ήμουνα ασέξουαλ, ας πούμε, κάπως έτσι. Άσε που ήμουν και φρικιό, με την έννοια του ότι ήμουνα τελείως ethnic. Πήγαινα με κοτσιδάκια, με παντελόνες, με δαχτυλίδια, από δω μέχρι το Όρος και τα λοιπά. Οπότε δεν υπήρχε και άνθρωπος να έρθει πιο κοντά. Ακόμα και τώρα δια ροπάλου είναι. Δηλαδή, λέμε ότι έχουμε εξελιχθεί και έχουμε ανοίξει, αλλά η φιλοσοφία του κοινού Έλληνα είναι: «Κάνε ό,τι θες στο κρεβάτι σου». Θαρρείς κι ο κόσμος ζει μες στα κρεβάτια τους, ας πούμε.
Γνώρισα ένα ζευγάρι Ολλανδών, οι οποίοι είχαν έρθει για διακοπές στη Θάσο ένα καλοκαίρι και ερχόντουσαν κάθε πρωί -φιξ όμως, μου έκανε τρελή εντύπωση- 08:00 η ώρα το πρωί ακριβώς, κάθε πρωί, για να πιούν τον ίδιο ακριβώς καφέ και να πάρουν ακριβώς το ίδιο πρωινό και να ξεκινήσουν τη μέρα τους με το λεωφορείο, να εξερευνήσουν το νησί. Και με αυτούς τους ανθρώπους είχα πολύ καλή επικοινωνία, γιατί μου άρεσε πολύ να μιλάω με ξένους, τα αγγλικά μου είχανε υπέρ του δέοντος ποιότητα, όποτε μιλούσα μαζί τους και κρατήσαμε επαφή. Και πάντα ανταλλάσσαμε γράμματα, πάντα μου λέγανε ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα και τα λοιπά… Πέρασαν τα χρόνια και μετά αποφάσισα στα 24, να πάω στη Γερμανία, να πάω να εξερευνήσω τη χώρα που γεννήθηκα. Έκανα ένα τουρ σε όλη την Γερμανία. Ξεκίνησα από Νότια και πήγα μέχρι το Αμβούργο. Και όταν επισκέφτηκα θείους που μένανε σε μια πόλη που λέγεται Oostburg στη Γερμανία, ήταν πάρα πολύ κοντά στην Ολλανδία. Και επικοινωνώ με τους φίλους Ολλανδούς και τους λέω: «Είμαι εδώ, μπορώ να έρθω να σας δω για κάνα δύο μέρες;». Και με πολύ μεγάλο ενθουσιασμό και αγάπη μου είπαν οι άνθρωποι: «Έλα το επόμενο σαββατοκύριακο, είμαστε εδώ». Και έτσι τσουκου-τσουκου πήρα και εγώ το τρένο και ήρθα επίσκεψη στο Άμστερνταμ.
Αυτό ήταν! Ερωτεύτηκα με την πόλη, με τα σπίτια που χορεύουν - έτσι το έβλεπα! Όλα τα σπίτια είναι στραβά στο Άμστερνταμ. Αυτό είναι είτε γιατί τα έχουν φτιάξει στραβά για τεχνικούς λόγους, είτε γιατί το υπέδαφος που είναι άμμος και νερό, έχουν γείρει, απ’ τα χρόνια. Ο κόσμος τότε ήτανε ακόμη εξαιρετικά open-minded, φωνάζαν, χαμογελούσαν στο δρόμο, χαιρετούσαν ο ένας τον άλλον, όλες οι πόρτες ανοιχτές, ξεκλείδωτα όλα. Δηλαδή, μου φάνηκε ότι ήταν μια πόλη μεσογειακή που κάποιος την τράβηξε στο Βορρά. Κι όλη η Σάρα κι η Μάρα, δηλαδή κόσμος από όλο τον κόσμο, ένα multi-culti, ένα υπέροχο πράγμα. Οι φίλοι Ολλανδοί, επίσης, πολύ ψαγμένοι άνθρωποι και μορφωμένοι, αλλά και πολύ της τέχνης και των ταξιδιών και της κουλτούρας και ανοιχτοί σε όλες τις εθνικότητες και τα λοιπά, οπότε είχα ένα πολύ-πολύ-πολύ-πολύ ωραίο vibe. Και εκεί άρχισα να το σκέφτομαι, μήπως…
Επέστρεψα στην Ελλάδα, έχοντας την κάκιστη εικόνα για την Γερμανία, που δεν μου άρεσε καθόλου, και τις δύο ημέρες παραδείσου στο Άμστερνταμ. Δουλεύω του σκοτωμού ένα καλοκαίρι, όσο μπορούσα περισσότερο, σε ένα ξενοδοχείο θυμάμαι κοντά στην Τρυπητή και μαζεύω 1.000 ευρώ, βάζω μες στη βαλίτσα μεταξύ των πραγμάτων που πήρα τον αρκούδο μου τον Τέντυ, που είναι μαζί μου από τότε που γεννήθηκα και πήρα και την κιθάρα και ήρθα στο Άμστερνταμ 26 χρονών πλέον.
Στο σταθμό με περίμεναν οι φίλοι.Και κατεβαίνω στο σταθμό και γίνεται πανζουρλισμός! Κόσμος, χαμός στο ίσωμα, όλη η πόλη στοίβα με κόσμο και αυτά και καράβια και… «Τι γίνεται;» λέω, «Α -μου λέει- είναι η μέρα που έρχεται ο Saint Nicolas», λέω: «Ποιος έρχεται;», «Είναι μια παράδοση -λέει- που έχουν εδώ πέρα…». Αργότερα βέβαια, έμαθα για το αίσχος της παράδοσης, η παράδοση του μαύρου Πιτ, Zwarte Pit, τέλος πάντων. Και ερχότανε ο Άγιος Νικόλαος και καλά με το καράβι να φέρει τα δώρα από την Ισπανία -άλλη πικρή ιστορία. Τέλος πάντων, εμένα μου φάνηκε ότι είδα το μεγαλύτερο welcome, όλη η πόλη ήταν στο πόδι. Έφτασα εγώ με τη βαλίτσα, την κιθάρα και τον Τέντυ. Τέλος πάντων, και με πήγαν στο σπιτάκι τους, το οποίο ήταν ένα μικροσκοπικό σπίτι, πανάρχαιο, έμενα μαζί τους εκεί. Εγώ, o Rob, η Anna-Marie και η Σκυλίτσα τους η «Γεια σου».
ΘΩΜΑΪΣ: Γεια σου;
ΜΑΡΙΑ: «Γεια σου»! Ναι οι φίλοι, καθότι Ελληνόφιλοι είχαν τη σκυλίτσα τους που την ονόμασαν «Γεια σου». Και χαιρόντουσαν πάρα πολύ γιατί εγώ ήμουνα ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να προφέρω σωστά το όνομα της σκυλίτσας.
Μέσα σε δύο μήνες, είχα ήδη γίνει εθελόντρια στο, στο ΛΟΑΤΚΙ κέντρο του Άμστερνταμ, είχα ήδη αρχίσει να γνωρίζω ανθρώπους με πάσης φύσεως διαφορετικές ιδεολογίες, sexualities και δεν ξέρω πόσοι… Και βρήκα και δωμάτιο. Στην αρχή, συγκατοικούσα με έναν Ιρανό γυμναστή. Στρωματσάδα πάντα, επί μονίμου. Δεν είχα πράγματα, δεν είχα χρήματα για να πάρω, ήταν όλα second hand ή αυτά που έβρισκα στους δρόμους ξέρω ‘γω κι αυτά. Αλλά δεν μασούσα, ο καιρός δεν με πείραζε. Έβρεχε-χιόνιζε, ήμουνα μέσα σε τρελή χαρά συνέχεια. Το μάτι μου ήτανε έχει διασταλεί τρείς φορές, ρε παιδί μου, με όλα αυτά, με τόση πείνα που ένιωθα από μέσα μου, να κάνω πράγματα, να δω, να αυτώσω.
Παρ’ όλα αυτά όμως, εξακολούθησα να πίνω, αλλά έπινα πιο πολύ fun τώρα, ήταν και ο τρόπος μου -πώς το λένε- να διαχειριστώ το πώς ένιωθα και τι έκανα και όλη την πίεση. Γιατί το ότι έφυγα εγώ και ήρθα στην Ολλανδία, δεν πήρα κανενός τις ευχές.
Μιλούσα με τον μπαμπά στο τηλέφωνο κάθε μέρα, κάθε μέρα ανελλιπώς κάθε μέρα. Και κάθε μέρα, στο τέλος της συζήτησης ο μπαμπάς θα έλεγε: «Πότε θα γυρίσεις πίσω;» «Και τι κάνεις εκεί; Και πότε θα γυρίσεις πίσω;». Πάντα, αλλά σε κάποια φάση γύρισα πίσω διακοπές, για ένα καλοκαίρι με μια βαλίτσα καλοκαιρινά, ξέρω εγώ. Επιστρέφω στην Ολλανδία και με το που φτάνω στο αεροδρόμιο, παίρνω τηλέφωνο να πω ότι έφτασα κι όλα καλά και μου λένε: «Τρέχα! Ο μπαμπάς δεν είναι καλά, τον πάμε νοσοκομείο, δεν προλαβαίνεις!». Σοκ! Είχε πάθει τόση πολλή ζημιά που τον άφησε κατάκοιτο. Έπρεπε να επιστρέψω στη Θάσο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, γύρω στα 3,5 χρόνια. Τι να πω; Ήτανε δύσκολα, να σου το πω έτσι ήρεμα. Ήμουνα σε ένα σε ένα φάσμα γκρι, για να καταφέρω να τα ξεπεράσω όλα. Αλλά είχα ένα τεράστιο, ένα πολύ αυστηρό ωράριο, 06:00-09:00-12:00, 18:00-21:00 αυτές ήταν οι ώρες που ο μπαμπάς έπρεπε να πάρει φάρμακα. Οπότε η ημέρα, 3,5 χρόνια είχε αυτό το στρατιωτικό 06:00-09:00-12:00, 18:00-21:00. Ακόμα και τώρα πολλές φορές ξυπνάω 05:50 και ψάχνομαι να δω τι έγινε. Είχα πάρει κιλά, είχα χάσει την μπάλα, είχα γίνει πολύ χάλια, αλλά μετά άρχισα πολεμικές τέχνες, άρχισα να κινούμαι, άρχισα να κάνω όσο μπορούσα περισσότερα. Γνώρισα και μια κοπέλα η οποία ήρθε και έμεινε μαζί μου για κάνα 10 μήνες, ξέρω ‘γω, και είχαμε μια σχέση, ας πούμε, οπότε λίγο κάπως είχα μια συμπαράσταση, αλλά ήταν πολύ δύσκολα.
Όταν επέστρεψα ήταν πάρα πολύ δύσκολα, γιατί και δουλειά έπρεπε να βρω καινούργια… Καλά το τραύμα ήταν τεραστίων διαστάσεων, όταν χάσαμε τον μπαμπά και τα λοιπά, αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω Ολλανδικά. Είχα πάθει ένα κοκομπλόκο περίεργο και ενώ καταλάβαινα τα πάντα, διάβαζα τα πάντα, δεν μπορούσα να μιλήσω. Σαν να έχω κόμπο στο λαιμό, πολύ περίεργο. Και δεν μπορούσα να βρω δουλειά στην αρχή, ήταν δύσκολο.
Είχα αρρωστήσει και σωματικά αλλά πέρασα και ένα burn out που στην Ελλάδα το λέμε υπερκόπωση, αλλά έχει πολλά περισσότερα απ’ ό,τι θεωρούμε εμείς στην Ελλάδα διότι δεν είναι μόνο σωματικό είναι και ψυχολογικό. Και κάπου εκεί στην πορεία, για να περνάει ο χρόνος μου είχα αρχίσει να κάνω εθελοντική εργασία σε δύο άσυλα.
Το ένα είναι το μεγαλύτερο άσυλο της Ολλανδίας που λέγεται DOA και το άλλο ήταν ένα περίεργο άσυλο για γάτες μέσα στην πόλη του Άμστερνταμ που είναι «The cat boat». Ήταν ένα από τα πλωτά σπίτια του Άμστερνταμ, το οποίο το έχουν μετατρέψει σε σπίτι για γάτες.
Θυμάμαι ένα σκηνικό, μας φέρανε 58 γάτες, 58 γάτες, τα οποία ζώα ήταν σε άθλια κατάσταση και ερχόντουσαν και ξεφόρτωναν κλουβιά από νταλίκα. Μας τα φέρανε και ξεφορτώναμε, ξεφορτώναμε και ήταν όλα μέσα στον πανικό τα γατάκια κι ήτανε ένα-δύο μέσα σε κάθε κλουβί, στα carriors δηλαδή. Κάποιες φορές ήταν και μαμά με μωρά νεογέννητα και τα λοιπά. Και όλα αυτά ήρθαν από ένα σπίτι, ρε παιδιά! Από ένα σπίτι, που γίνεται συχνά εδώ πέρα. Είναι hoarders καταστάσεις, δηλαδή, άνθρωποι οι οποίοι ή mentally δεν έχουνε καλό capacity ή έχουν προβλήματα του στιλ ότι έχουν δύο γάτες, δεν τις έχουν κάνει στείρωση, έχουν δύο γατάκια και τους ξεφεύγει η κατάσταση σε χρόνο μηδέν και δεν έχουν το θάρρος ή τη γνώση να ζητήσουν βοήθεια
Και άρχισα να βγαίνω από ένα πολύ σκοτεινό τούνελ και στην προσπάθεια να ξεκινήσω κάτι, ήμουν απολυτά σίγουρη ότι δεν μπορούσα πλέον να γυρίσω πίσω στις δουλειές που έκανα πριν ούτε σωματικά, ούτε είχα καμία διάθεση να ασχολούμαι με κόσμο πλέον. Ό,τι πρόσεξα, πρόσεξα. Και από σπόντα βρήκα μια σελίδα στο Ίντερνετ που μπορούσες να γραφτείς για να προσέχεις γάτες, κατοικίδιες γάτες ανθρώπων οι οποίοι πήγαιναν ταξίδι ή λείπανε για δουλειά και τα λοιπά. Και γράφτηκα σε αυτή τη σελίδα και λέω: «Εντάξει, τόσα χρόνια με τις γάτες, τις μεγάλωσα, τις ξέρω, τις ξεγέννησα, τις έθαψα, τις απ’ όλα, ας πούμε, πόσο δύσκολο μπορεί να ‘ναι;». Αυτό ήταν το μότο μου πάντα! «How difficult can it be?». Ένα χρόνο αργότερα, αφού την έκανα και την ξέχασα τη σελίδα, μου ήρθε η πρώτη κράτηση. Η γατούλα είχε προβλήματα όμως, της λέω: «Μα μήπως να κάνετε έτσι, μήπως αυτό, μήπως εκείνο, το άλλο..;» και με κοιτούσε καλά-καλά η κοπέλα και της λέω: «Εντάξει, μην προσβάλλεσαι κιόλας, μια ιδέα…». «Όχι -μου λέει- πριν από κάνα δυο εβδομάδες είχα μια γατο-ψυχολόγο εδώ, cat behaviorist, την οποία την πληρώσαμε χρυσή και μας είπε πάνω κάτω τα ίδια πράγματα, η οποία λέει έχει πτυχία και έχει ιστορίες και δεν ξέρω ‘γω τι. Και η γάτα μας τη φοβόταν. Σε σένα ήρθε με τη μια!». Και εκεί μου μπήκε η ιδέα, ότι μπας και κάτι έχουν να μου πουν οι γάτες τόσα χρόνια, από μικρή, δηλαδή; Άρχισα σιγά-σιγά να παρακολουθώ κάποια μαθήματα διαδικτυακά, ό,τι έχει να κάνει με συμπεριφορά, το πώς επικοινωνούν, το σώμα τους, την ιστορία τους, την υγεία τους, το ένα μετά το άλλο… Και σιγά-σιγά άρχισα να γνωρίζω και κόσμο και σιγά-σιγά άρχισα να έχω και περισσότερες κρατήσεις. Και έτσι ξεκίνησε και σιγά-σιγά άρχισε να προχωράει και τώρα είμαι στη φάση που έχω ξεκινήσει τη δικιά μου δουλειά. Κοντεύω 50 -που λέει ο λόγος- σχεδόν και ξαφνικά έχω γίνει business woman. Οπότε ξεκίνησα τη δική μου γατο-επιχείρηση με τους γατο-πελάτες μου. Έχω να ασχοληθώ και με μερικούς ανθρώπους, αλλά βασική μου έγνοια είναι τα ζώα.
Έχω πολλές ιστορίες με ζώα που ήταν άρρωστα και δεν επιβίωσαν τελικά ή ζώα που τα φρόντισα για δυο-τρία χρόνια σαν πελάτες μου, ας πούμε, και τώρα δεν ζουν πια και οι ιδιοκτήτες μου πήραν τηλέφωνο να μου πουν ας πούμε: «Ξέρεις τι, Μαρία; Χάσαμε το τάδε ζωάκι». Και πόσο δέθηκα δηλαδή και με τους ανθρώπους τελικά! Για την ώρα, φαίνεται ότι ήτανε ότι είναι καλό chapter που ξεκίνησε.
Στο μελλον ένα από τα όνειρα που έχω είναι να μπορέσω να δημιουργήσω μαθήματα στα ελληνικά και να μπορέσω να εκπαιδεύσω ανθρώπους που έχουν ενδιαφέρον και να κάνουν παρόμοια δουλειά, αλλά και να προσέξουν τα ζώα τους με πιο καλή ισορροπία.
ΧΡΗΣΤΟΣ: Ακούσατε ένα επεισόδιο της σειράς «Outcasts». Για να μη χάσετε το επόμενο επεισόδιο, ακολουθήστε μας στο Spotify και τα Apple Podcasts ή όπου αλλού σας αρέσει να ακούτε podcasts. Ενώ για περισσότερες αληθινές ιστορίες επισκεφτείτε τον ιστότοτοπό μας istorima.org. Μέχρι την επόμενη φορά, μη ξεχνάτε να μοιράζεστε και να ακούτε ιστορίες. Μια ιστορία, αλλάζει πολλές.