Τέλη Φλεβάρη, ακούσαμε τον Ρώσο Πρόεδρο Πούτιν να έχει βγει σε διάγγελμα. Κανείς δεν είχε καταλάβει μέχρι τότε τι επρόκειτο να συμβεί. Όταν ξυπνήσαμε τα μεσάνυχτα της 24ης Φεβρουαρίου και μάθαμε ότι η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο στην Ουκρανία και τα ρωσικά στρατεύματα μπαίνουν μες στη χώρα, κανείς μας και στην αίθουσα σύνταξης, στο κανάλι, δεν μπορούσε να το πιστέψει. Υπήρχε αναβρασμός. Εγώ το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι να πάω στην Ουκρανία.
Όλα αυτά τα χρόνια που βρίσκομαι σε αυτό το επάγγελμα για κάποιους λόγους κοιμόμουνα με το διαβατήριο και την ταυτότητα. Ποτέ δεν είχα προσδιορίσει στον νου μου γιατί το έκανα. Περίμενα, περίμενα, λαμβάνω το τηλεφώνημα αρκετά νωρίς, 08:00 η ώρα το πρωί, ενώ είχαμε φύγει μόλις μια ώρα, δυο, απ’ το κανάλι. Μου λένε: «Θα φύγεις για την Ουκρανία. Θέλεις;», λέω: «Βέβαια».
Έφυγα μαζί με άλλους δύο συναδέλφους, έναν εικονολήπτη και έναν ηχολήπτη. Στις εμπόλεμες ζώνες καμία παραγωγή που έχουμε εμείς στα δελτία ειδήσεων που μας κανονίζει τα ταξίδια, πού θα πάμε και πώς θα πάμε, δεν μπορεί να σε βοηθήσει. Δεν είχαμε λάβει καμία προστασία πέρα από τα αλεξίσφαιρα γιλέκα. Δεν είχαμε εκπαιδευτεί, δεν είχαμε πάει σε σεμινάρια. Κανείς δεν μας είπε: «Τι να προσέχετε και τι όχι» και απλώς ριχτήκαμε.
Ο σκοπός μας ήταν να καταφέρουμε να πάμε στην Οδησσό και μετά στη Μαριούπολη. Είχαν βομβαρδιστεί τα κεντρικά αεροδρόμια. Εμείς πήραμε το αεροπλάνο και φτάσαμε στη Ρουμανία. Το μόνο που είχαμε ήταν εξοπλισμός και πολλά χρήματα, που μπορείς να κερδίσεις και χρόνο και να κάνεις τη δουλειά σου.
Προτείνω στους συναδέλφους μας, γιατί πάντα σε όλα τα ταξίδια και σε όλες τις αποστολές, πάντα το έχω αυτό στο μυαλό μου όταν ψάχνω κάτι, πηγαίνεις σε ένα κεντρικό καφέ της πόλης ή σε ένα καφενείο αν είναι επαρχία. Κάθεσαι λίγο και εκεί βρίσκεις τη λύση. Περιμέναμε ώρες, ώρες, κάποια στιγμή είδα έναν κύριο με ένα καλοσιδερωμένο πουκάμισο στο καφέ που ήμασταν και έβλεπα να τον επισκέπτεται κόσμος και να φεύγει. Μου θύμισε βέβαια τη σκηνή του νονού στο Godfather, του Coppola, και λέω στους συναδέλφους μου ότι: «Κάποιος σημαντικός άνθρωπος πρέπει να είναι αυτός, αλλά να ενεργεί υπογείως». Πήγα, πήρα και εγώ τη θέση μου και του εξήγησα ποια είμαι και τι θέλω. Και ήθελα βοήθεια. Και το ένστικτό μου, απ’ ό,τι φάνηκε στην πορεία, με οδήγησε πολύ καλά, διότι αυτός ο άνθρωπος, χωρίς να μάθω ποτέ την ιδιότητά του, φτιάξαμε ένα δίκτυο με οδηγούς, όπου αλλάξαμε τέσσερις οδηγούς χωρίς να τους γνωρίζουμε, μιλώντας στα τηλέφωνα μετά από ειδοποίηση του συγκεκριμένου ανθρώπου. Και μετά από τρεις μέρες ταξίδι, φτάσαμε στα σύνορα της Balanka.
Με ένα άλλο δίκτυο ανθρώπων που εντελώς τυχαία είχαμε βρει, ενώ ταξιδεύαμε αυτές τις τρεις μέρες, θα μας περίμενε από την πλευρά της Οδησσού. Περπατήσαμε με τα πράγματα γύρω στα δυο χιλιόμετρα από τα σύνορα και έτσι περπατώντας, βρεθήκαμε στην Οδησσό όπου ένας άγνωστος κύριος όπου μετά έγινε φίλος μας, ο Ευγένιος, μας περίμενε εκεί με το αυτοκίνητό του. Να σημειώσω το ότι στην Οδησσό εκείνη την περίοδο βρήκαμε μία χώρα η οποία προσπαθούσε να οχυρωθεί. Είχε φύγει πάρα πολύς κόσμος, βλέπαμε στα σύνορα πανάκριβα αυτοκίνητα, γεμάτα με πράγματα και ολόκληρες οικογένειες να προσπαθήσουν να αφήσουν τη χώρα. Εμείς πέσαμε πάνω σε αυτό το σημείο, όπου είχαν κλείσει τα πάντα.
Οπωσδήποτε δύσκολες συνθήκες στην Οδησσό, αλλά ήταν μία πόλη που δεχόταν κάποιες πυραυλικές επιθέσεις. Όχι αυτές όπως στα περίχωρα του Κιέβου. Ζούσαμε σε μία καθημερινότητα ειρήνης αλλά με πολύ δύσκολες συνθήκες στην καθημερινότητα.
Καύσιμα πηγαίναμε αρκετά συχνά, επειδή δικαιούμασταν πολύ λίγα λίτρα και στηνόμασταν στα βενζινάδικα από πάρα πολύ πρωί όπου είχε ατελείωτες ουρές. Είχαμε πάντα σε ένα ΙΧ που είχαμε νοικιάσει λάστιχα για να μπορέσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας και να επιστρέψουμε και μπιτόνια από βενζίνη. Και στα τρόφιμα, επειδή υπήρχαν ανοιχτά κάποια σουπερμάρκετ, ό,τι ντουλάπι υπήρχε στο ξενοδοχείο, το είχαμε πραγματικά γεμίσει, να έχουμε τα πάντα.
Ήταν ένας νεαρός ο οποίος ήταν στην πλατεία της Οδησσού --η Οδησσός είναι μία πανέμορφη πόλη, με υπέροχα κτίρια-- ο οποίος μέσα σε όλη αυτήν τη θλιβερή ατμόσφαιρα είχε βάλει τα ηχεία του αυτοκινήτου του τέρμα, ακουγόντουσαν παντού. Είχε βάλει θυμάμαι ένα pop κομμάτι το οποίο μου διαφεύγει και απλώς χόρευε μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό. Το βρήκα πραγματικά με συνεπήρε αυτή η εικόνα, με λύπησε πάρα πολύ. Πώς αυτή η αντίφαση και η αντίθεση της ζωής, του ενδεχόμενου θανάτου, πώς αυτός ο άνθρωπος προσπαθούσε να εκτονωθεί μέσα στην πόλη του που λίγες μέρες πριν ήταν όλα σε μία κανονικότητα.
Μετά από είκοσι πέντε μέρες στην Οδησσό, έπρεπε να φύγω για το Κίεβο. Είχε έρθει και η αλλαγή της κάμεράς μου, διότι στην εμπόλεμη ζώνη καλό είναι να κάθεσαι -σύμφωνα και με τους Αμερικάνους- γύρω στις τρεις εβδομάδες, διότι η πίεση είναι πάρα πολύ μεγάλη. Οι συνθήκες είναι πάρα πολύ δύσκολες και πρέπει να έχεις διαύγεια είκοσι τέσσερις ώρες το είκοσι τετράωρο για να μπορείς να αντέξεις ό,τι ακριβώς θα σου έρχεται, διότι ζεις με πατέντα.
Μπήκαμε σε ένα τρένο μαζί με κάποιους άλλους συναδέλφους. Βρισκόμασταν μέσα σε κουκέτες, απ’ ό,τι θυμάμαι, πολύ στενές κουκέτες, γύρω στα τέσσερα άτομα. Βλέπαμε κόσμο, οικογένειες ολόκληρες να εγκαταλείπουν την πόλη να πάνε στο Κίεβο και από κει να πάρουν το τρένο για να πάνε στην Πολωνία για να σωθούν.
Με το που φτάνω, έχουν φύγει από τα περίχωρα τα ρωσικά στρατεύματα και ξεκινάμε μαζί με την καινούργια μου ομάδα, νοικιάσαμε αυτοκίνητο να δούμε τι ακριβώς έχει συμβεί. Οι δρόμοι ήταν απροσπέλαστοι, βλέπαμε τι μάχες είχαν γίνει όλες τις προηγούμενες ημέρες, μας έσκαγαν συνέχεια τα λάστιχα, δεν είχαμε βενζίνη. Οι συνθήκες στο Κίεβο ήταν αρκετά δύσκολες, το νερό ήταν βρώμικο. Ο στόχος μας ήταν να φτάσουμε στο Irpin για να δούμε τι ακριβώς είχε συμβεί. Φτάσαμε στο Irpin, κάναμε τις καταγραφές, είδαμε πως η μισή πόλη του Irpin έχει αφανιστεί.
Εκείνη τη μέρα που είμαστε στο Irpin αποφασίζω να χρηματίσω τον οδηγό του βαν και να πάμε στην Bucha. Είχα μία πληροφόρηση ότι στην πόλη Bucha πραγματικά υπάρχουν εγκλήματα πολέμου και η εικόνα είναι δραματική. Τις πληροφορίες εγώ προσωπικά τις έπαιρνα από τους ντόπιους και αποφάσισα, με τη συναίνεση των συνεργατών μου, να μην συνεργαστούμε με τον ουκρανικό στρατό και την ουκρανική αστυνομία για να έχουμε αντικειμενική ματιά στα γεγονότα.
Ξεκινήσαμε το μεγάλο ταξίδι και όταν φτάσαμε στην Bucha, πραγματικά λυγίσαμε. Στη διαδρομή βλέπαμε, μέσα από τα τανκς να βγάζουν οι Ουκρανοί στρατιώτες πτώματα. Βλέπαμε μέλη να είναι ακρωτηριασμένα στους δρόμους. Αλλά η μεγάλη φρίκη ήταν μόλις φτάσαμε στην Bucha και ειδικά στην οδό Yablunska.
Όλος ο δρόμος να είναι σπαρμένος με ακρωτηριασμένα μέλη, πτώματα, άνθρωποι να είναι δεμένοι πισθάγκωνα, να είναι όλος ο δρόμος γεμάτος με σωρούς. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια σωρό μιας γυναίκας, το πτώμα της, η οποία είχε και τα ψώνια ακριβώς δίπλα. Είχαν πυροβοληθεί όλοι, όλοι σε εκείνον τον δρόμο. Ξεκινήσαμε να καταγράφουμε, αφήσαμε το αυτοκίνητο και περπατούσαμε όλον τον δρόμο. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι δεν είχαν έρθει εκείνη τη μέρα, διότι είχαν πάει στις άλλες περιοχές και εκεί καταλάβαμε ότι κάτι μεγάλο έχει συμβεί.
Δεν είχαμε σήματα, δεν μπορούσαμε να έχουμε επαφή με το internet ή εγώ προσωπικά με το κανάλι μου. Προσπαθούσα να σκεφτώ, επειδή δεν είχα επισκεφτεί πάλι εμπόλεμη ζώνη, πόσο μεγάλο είναι αυτό. Ήρθα μπροστά σε δίλημμα, ότι γίνεται έτσι; Συμβαίνει έτσι; Να είναι οι δρόμοι σπαρμένοι με πτώματα; Τι ακριβώς είχε συμβεί; Ποιος φταίει; Οι Ουκρανοί; Οι Ρώσοι;
Είχαμε πάρα πολύ λίγο χρόνο, γιατί θα έπεφτε το σκοτάδι και είχαμε και την απαγόρευση κυκλοφορίας. Και επίσης, έπρεπε να γυρίσουμε γρήγορα κάπου έτσι ώστε να έχουμε σήματα για να βγούμε στο δελτίο ειδήσεων. Ξεκινήσαμε να ψάχνουμε στα υπόγεια με τους συναδέλφους μου, να βρούμε επιζώντες, μπήκαμε μέσα σε σπίτια, προσπαθούσαμε να δούμε, να πάρουμε απ’ τις μαρτυρίες τι έχει συμβεί. Γιατί αυτό που συμβαίνει σε έναν πόλεμο είναι ότι υπάρχει προβοκάτσια και ο καθένας μπορεί να λέει τη δική του πλευρά. Παίρνω τον αρχισυντάκτη μου τηλέφωνο και του εξηγώ λίγο πριν βγούμε στο δελτίο ότι δεν ξέρω αν θέλει να βάλει έναν τίτλο ότι έχει γίνει γενοκτονία: «Πάντως -του λέω- εδώ δεν ξέρω τι γράφουν τα ξένα μέσα…», μου λέει: «Δεν αναφέρουν τίποτα», «Ναι -του λέω- απλώς δεν είχε κανένας μας σήμα. Έχει γίνει γενοκτονία, υπάρχουν εγκλήματα πολέμου, υπάρχουν πάρα πολλά πτώματα, δεν το έχουμε ξαναδεί».
Βγήκαμε στο δελτίο ειδήσεων, είπα ακριβώς τι είδα. Δεν ήμουνα εκεί για να πάρω θέση, για να πω ποιος το έκανε. Οι επόμενες ώρες στο Κίεβο ήταν επίπονες, οι επόμενες μέρες μάλλον, διότι ξυπνούσαμε πάρα πολύ πρωί, πηγαίναμε στην Bucha, ανακαλύπταμε όλες τις φρικαλεότητες. Μιλούσαν τότε η Μόσχα, μετά τις αποκαλύψεις της Bucha κι απ’ τα διεθνή πρακτορεία μία μέρα μετά, πως ήταν όλα σκηνοθετημένα. Ανακαλύψαμε ύστερα θυμάμαι τους ομαδικούς τάφους που ήταν μέσα πτώματα. Πόρτα-πόρτα, χωριό-χωριό, με συνεντεύξεις, με αμεροληψία, με επιτόπιο ρεπορτάζ ανακαλύπταμε τους ανθρώπους που πραγματικά είχαν πέσει θύματα όλης αυτής της κατάστασης.
Μία μέρα τελούνταν η εξόδιος ακολουθία ενός ανθρώπου που, απ’ την κουβέντα που έπιασα και ύστερα μίλησε το παιδάκι στην κάμερα, είχαν βγει με τον πατέρα του, ενώ βρισκόντουσαν στο καταφύγιο, για να πάνε στο φαρμακείο, το οποίο, απ’ ό,τι θυμάμαι, ήταν γύρω στα τετρακόσια πενήντα με τετρακόσια μέτρα από το σπίτι τους. Το αδερφάκι του μαζί με τη μητέρα του είχαν μείνει πίσω στο σπίτι κι εκεί που ήταν με τα ποδήλατα, τούς σταματάει κάποιος. Οι Ρώσοι ήταν ακόμα μέσα. Στοχεύει με το όπλο του το παιδί, κι επειδή το παιδί μέσα στα δευτερόλεπτα, όπως μου είπε, σήκωσε την κουκούλα, η σφαίρα διαπέρασε και πήγε στον πατέρα. Κατευθείαν το παιδάκι γύρισε κι είδε τον πατέρα του πραγματικά να έχει κυλιστεί μέσα στο αίμα. Τότε ο Ρώσος στρατιώτης πήγε από πάνω του κι άρχισε, με το παιδί ακριβώς δίπλα στον πατέρα, να ρίχνει στον πατέρα, όπου τον αποτελείωσε.
Τις τελευταίες μέρες, όταν βρήκα τυχαία δύο παιδάκια, δύο αδερφάκια που είχαν στήσει ένα στρατηγείο έξω από το σπίτι τους, στην αυλή, με οχυρώματα. Είχαν πάρει τα όπλα, έτρεχαν πάνω-κάτω, είχαν ντυθεί με στρατιωτικές φόρμες. Δύο αδύνατα παιδάκια κι ήταν πολύ συγκλονιστικό, γιατί έπαιζαν, ενώ ήταν όλα γύρω τους κατεστραμμένα, αυτοί έπαιζαν πόλεμο. Αυτή η εικόνα ήταν πολύ συνταρακτική.
Αρκετοί συνάδελφοί μας σκοτώθηκαν, συνάδελφοι από άλλα μέσα, από ξένα μέσα, συνάδελφοι από το ίδιο ξενοδοχείο που μέναμε οι οποίοι βρέθηκαν τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο, γιατί στον καθένα μπορούσε να συμβεί αυτό το πράγμα. Και βέβαια είναι ο φόβος. Ο φόβος να μην σε καταπιεί. Εγώ βέβαια και φοβήθηκα, απλώς προσπάθησα να τον τιθασεύσω, γιατί διαφορετικά θα μπορούσε να μπει τροχοπέδη στη διαύγεια μου και να μη μπορώ να λειτουργήσω, απλώς να είμαι ένας άνθρωπος που συνέχεια φοβάται.