Τον Σεπτέμβριο του 1978 είχαν εξαφανιστεί τρεις Αμερικανοί, ένας άνδρας και μία γυναίκα, στρατιωτικοί, οι οποίοι υπηρετούσαν στην τότε Αμερικανική βάση του Ελληνικού και ένας τρίτος άνδρας, ο οποίος ήταν ο αδερφός της αγνοούμενης γυναίκας. Είχαν εξαφανιστεί από μία περιοχή που ονομάζεται Δεύτερο Λιμανάκι της Βουλιαγμένης σε ένα υποθαλάσσιο σπήλαιο, στο πηγάδι της Βουλιαγμένης όπως λέγεται και είχαν πάει εκεί για μία κατάδυση αναψυχής.
Ονομάζομαι Κωνσταντίνος Μωραΐτης, είμαι καθηγητής δικαστικής ανθρωπολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αντικείμενο της ιδιότητάς μου αποτελεί η μελέτη ανθρώπινων υπολειμμάτων ή οστών που παρουσιάζουν δικαστικό ενδιαφέρον.
Με την ιδιότητα αυτή ενημερώθηκα στις 24 Ιουλίου του 2006 από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά για την ανεύρεση ανθρώπινων οστών εντός καταδυτικής στολής που ανασύρθηκαν από ερασιτέχνη αυτοδύτη. από ένα υποθαλάσσιο σπήλαιο που βρίσκεται στο δεύτερο λιμανάκι της Βουλιαγμένης στην Αττική.
Την 1η Αυγούστου του 2006 ο ίδιος αυτοδύτης ανέσυρε από το σπήλαιο και δεύτερη καταδυτική στολή που περιείχε ανθρώπινα οστά, ενώ μια τρίτη στολή πάλι με οστά ανασύρθηκε στις 7 Οκτωβρίου από τον ίδιο και έναν δεύτερο αυτοδύτη που τον βοήθησε στην ανάσυρση. Από τη μορφή και το υλικό κατασκευής του καταδυτικού εξοπλισμού προέκυψε ότι ήταν πιθανότατα παλαιού τύπου και μάλιστα αμερικανικής προέλευσης.
Η υπόθεση ανεύρεσης ανθρωπίνων οστών σε αυτό το σπήλαιο απασχολούσε τότε, εκείνη την περίοδο, όχι μόνο την καταδυτική κοινότητα, αλλά και την Αμερικανική Πρεσβεία. Τα οστά που βρέθηκαν σε αυτό το υποθαλάσσιο σπήλαιο ήρθαν στη Μονάδα Δικαστικής Ανθρωπολογίας διότι και λόγω της ιδιότητάς μου --είμαι ο μοναδικός επιστήμονας στην Ελλάδα που ασχολείται με την μελέτη οστών-- είμαστε εκπαιδευμένοι εμείς οι δικαστικοί ανθρωπολόγοι να εξετάζουμε οστικά τεμάχια τα οποία είναι πάρα πολύ μικρά σε μέγεθος, μικρότερα από ένα εκατοστό.
Ο σάκος είχε ότι είχε απομείνει από τον καταδυτικό εξοπλισμό από τη στολή και κάποια τμήματα του εξοπλισμού για την αυτόνομη κατάδυση και εσωτερικά ανοίγοντας την στολή βρήκαμε πολύ μικρά οστικά υπολείμματα. Υπάρχει μία μαρτυρία τώρα, κάποιος αναφέρει ότι «σήκωσα τη στολή και άρχισαν να πέφτουν οστά». Και μάλιστα στην πρώτη στολή που βρήκαμε, το κάτω μέρος της στολής το είχε δέσει κάποιος και καταλαβαίνουμε ότι αυτό έγινε για αυτόν τον λόγο για να μπορέσει να την τραβήξει.
Αρχικά επιχειρήθηκε η εκτίμηση του φύλου, της ηλικίας και του αναστήματος, από γνωρίσματα των οστών, ο οποίος επιτρέπει συνήθως να συσχετίσουμε το άτομο που εξετάζουμε με τα χαρακτηριστικά ατόμων, τα οποία έχουν δηλωθεί ως εξαφανισθέντα στις αρμόδιες αρχές από τους οικείους τους. Δυστυχώς η έλλειψη της πλειονότητας των οστών που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του φύλου, της ηλικίας και του αναστήματος, αλλά και ο έντονος κατακερματισμός του συγκεκριμένου υλικού -φανταστείτε ότι είχαμε ουσιαστικά μικρά οστικά υπολείμματα, στη διάθεσή μας, δεν επέτρεψε παρά μόνο ουσιαστικά την εξαγωγή λιγοστών συμπερασμάτων από τη μελέτη των οστών αυτών. Επίσης, τα οστά παρουσίαζαν εκτεταμένες αλλοιώσεις, λόγω της μακράς παραμονής τους στο νερό, αλλά και της προσκόλλησης θαλάσσιων οργανισμών στην επιφάνειά τους.
Τα οστά που βρέθηκαν στην πρώτη καταδυτική στολή, ανήκαν πιθανότατα σε ενήλικα άνδρα, αγνώστου αναστήματος, ο οποίος είχε αποβιώσει προ είκοσι τουλάχιστον ετών. Εντός της στολής του ανευρέθηκε επίσης και ένα ανδρικό μαγιό. Τα λιγοστά οστά που βρέθηκαν στη δεύτερη τώρα στολή, ανήκαν σε έναν ακόμη ενήλικα, αγνώστου φύλου --δεν μπορέσαμε ουσιαστικά να το προσδιορίσουμε-- και αγνώστου αναστήματος, ο οποίος επίσης είχε αποβιώσει προ είκοσι περίπου τουλάχιστον ετών. Τέλος, τα οστά που βρέθηκαν στην τρίτη καταδυτική στολή, ανήκαν σε μια ενήλικη γυναίκα, όπως μαρτυρούσε και η ανεύρεση ενός γυναικείου μαγιό, μπικίνι εντός της καταδυτικής στολής, η οποία και αυτή, σύμφωνα με την εκτίμηση που κάναμε, είχε αποβιώσει περίπου την ίδια περίοδο με τα άλλα δύο άτομα.
Η πάροδος αρκετού χρονικού διαστήματος από τον θάνατο των τριών ατόμων και η απουσία κακώσεων στα οστά, δεν επέτρεψε δυστυχώς την εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με την αιτία του θανάτου. Κατά την εξέταση του καταδυτικού εξοπλισμού, και αποκαλύπτοντας τον λογότυπο που έφερε αυτός ο εξοπλισμός, μετά την αφαίρεση των θαλάσσιων οργανισμών που είχαν προσκολληθεί επάνω του, επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά η αμερικανική προέλευση του συγκεκριμένου εξοπλισμού.
Ζήτησα τότε την συνδρομή του λιμενικού σώματος για τη συστηματική υποβρύχια έρευνα του σπηλαίου από ομάδα έμπειρων αυτοδυτών, με σκοπό την ανεύρεση σκελετικών υπολειμμάτων που ενδεχομένως είχαν παραμείνει στο βυθό. Ωστόσο, το αίτημα δεν έγινε δεκτό από την εισαγγελία πλημμελειοδικών Αθηνών, λόγω της υψηλής επικινδυνότητας του εγχειρήματος, της έλλειψης ποινικού ενδιαφέροντος λόγω παρέλευσης πολλών ετών από το συμβάν, αλλά και του υψηλού κόστους μιας τέτοιας αποστολής από ομάδα σπηλαιοδυτών, η οποία και προσφέρθηκε να την αναλάβει. Έτσι, η προσπάθεια εντοπισμού και ανάσυρσης συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε από τους αυτοδύτες που ανέφερα προηγουμένως, παρουσία εκπροσώπου της Αμερικανικής Πρεσβείας.
Ενώ όλα τα στοιχεία που προέκυψαν από την ανθρωπολογική διερεύνηση των οστών οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι τα οστά ανήκαν στους τρεις εξαφανισθέντες Αμερικανούς, η ταυτότητά τους θα έπρεπε να επιβεβαιωθεί και με μοριακή μέθοδο, με DNA. Για τον λόγο αυτό, ζητήθηκε από την Αμερικανική Πρεσβεία η μεταφορά της των οστών στις Ηνωμένες Πολιτείες για ταυτοποίηση. Μετά την απομόνωση μιτοχονδριακού DNA και σε επικοινωνία που είχαμε με τις Αμερικανικές Αρχές από τα οστά των τριών αυτοδυτών και συγκρίνοντας το γενετικό υλικό με το γενετικό υλικό των οικείων τους, μια διαδικασία η οποία πραγματοποιήθηκε σε εργαστήριο του Αμερικανικού στρατού, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται πράγματι για τα τρία άτομα που είχαν εξαφανιστεί το 1978 στη Βουλιαγμένη και συγκεκριμένα για τον Αρχιλοχία Ντόναλντ Μιχόντ, την Σμινίτη Τζαν Γκράνροθ και τον αδερφό της Μαρκ.
Άλυτο μυστήριο παραμένουν οι συνθήκες θανάτου των τριών Αμερικανών μέσα στο πηγάδι της Βουλιαγμένης, ωστόσο η ταυτοποίηση και η ταφή τους έδωσε τέλος στην αγωνία των οικείων τους μετά από αυτή την καταδυτική τραγωδία. Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα ως επιστήμονας και ως άνθρωπος προκειμένου να δώσω τέλος από τη δική μου τη σκοπιά στην αγωνία των συγγενών αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι περίμεναν επί 28 χρόνια να ανευρεθούν τα συγκεκριμένα άτομα.